Αριθμός Απόφασης 296/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
(Τακτική Διαδικασία)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή ………………….., Πρωτόδικη, που όρισε με Πράξη της η Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Λαμίας Πρόεδρος Πρωτοδικών, και τη Γραμματέα
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 6Π Μαρτίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ :…………………………….., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης και προκατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα προτάσεις δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου του Παναγιώτη Κυριάκου (Α.Μ. 363 Δ.Σ.Λ.), δυνάμει του από 15-11-2023 ιδιωτικού εγγράφου παροχής πληρεξουσιότητας κατά τους όρους του άρθρου 96 ΚΠολΔ.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………………………………Ανώνυμος Εταιρεία», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …………………………. και εκπροσωπείται νόμιμα, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …………………. και Α.Φ.Μ………………………………., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………………….», με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. και Α.Φ.Μ…………………………, μετά τη διάσπαση της τελευταίας (διασπώμενης) δια της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της με σύσταση νέας τραπεζικής εταίρείας-πιστωτικού ιδρύματος (επωφελούμενης), η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 139241/30-12- 2020 Απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 139264/30-12-2020 Ανακοίνωση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης και προκατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα προτάσεις δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της ………….., δυνάμει του από …………..ιδιωτικού εγγράφου παροχής πληρεξουσιότητας σε συνδυασμό με το με αριθμό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………………
Ο ενάγων αιτείται να γίνει δεκτή, για όσους λόγους εκθέτει σε αυτήν, η από 24-11-2023 και με αυξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1836/ΤΜ/251/24-11-2023 αγωγή του, η οποία προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, σύμφωνα με την από 27- 02-2025 Πράξη της Δίευθύνουσας το παρόν Δικαστήριο Προέδρου Πρωτοδικών και ενεγράφη στο πινάκιο με αύξοντα αριθμό 6. Το Δικαστήριο κατόπιν,
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ί. Σύμφωνα με το άρθρο 830 ΑΚ «Η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί. Σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 806 ΑΚ «Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας». Περαιτέρω, το άρθρο 827 ΑΚ προβλέπει ότι «Ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ’ αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθέμενων σ’ αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του. Ενόψει δε και της φύσης του χρήματος ως πράγματος αντικαταστάτου και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία απόδοσης αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαίρεσης, η ευθύνη της τράπεζας παραμένει συμβατική και φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, η άρνηση δε της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της (ΑΠ 72/2022, ΑΠ 421/2021, ΑΠ 867/2021, ΑΠ 1432/2019, ΕφΑΘ 4506/2021 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ με περαιτέρω παραπομπές). Αντικείμενο της αγωγής του παρακαταθέτη είναι πρωτογενώς η ανωτέρω αξίωση για απόδοση άλλων χρημάτων ίδιας ποιότητας και ποσότητας, ενώ η τράπεζα δύναται να ανατάξει ότι η σχετική ενοχή έχει ήδη αποσβεσθεί λόγω προσήκουσας καταβολής εκ μέρους της. Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που έγινε μόνον προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεφε να δεχτεί την καταβολή, οπότε η καταβολή σε άλλο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται από αυτήν ειδικώς όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 3 του ν. δ/τος της 17.7/13.8,1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών”, η οποία ως ειδική υπερισχύει και των διατάξεων των άρθρων του ΑΚ, «Η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα από την εξοφλημένην διά της επ’ αυτής υπογραφής ίου δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία» (ΑΠ 72/2022, ΑΠ 1432/2019 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοια «απόδειξη καταθέσεως χρημάτων» είναι και το βιβλιάριο καταθέσεως Ταμιευτηρίου, το οποίο εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη ή Τραπεζική Ανώνυμη Εταιρεία και στο οποίο απεικονίζονται, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τόσον η αρχική κατάθεση, όσον και οι μεταγενέστερες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα γραμμάτια καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων, που ο τελευταίος υπογράφει και διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της οφειλέτριας Τράπεζας ή δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, λόγω καταθέσεως χρημάτων στο λογαριασμό του καταθέτη, στον οποίο αντιστοιχεί, ή λόγω αναλήψεως χρημάτων από αυτόν, χωρίς τη χρήση του βιβλιαρίου, που ενημερώνεται δια του ηλεκτρονικού υπολογιστή μόλις
προσκομιστεί, εξομοιώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 444 εδ. 3 ΚΠολΔ, με ιδιωτικό έγνραφο και αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 446 § 2 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει (με μηχανική απεικόνιση), επιτρέπεται δε μόνον ανταπόδειξη κατά της αλήθειας των εγγράφων. Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη που απεικονίζεται στο βιβλιάριο αυτό και σημειώνει επ’ αυτού την εξόφληση (ανάληψη) μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχει εφαρμογή η προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ, 17/7-13/8/1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμον στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε σε τρίτο, που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή η βαριά αμέλεια των οργάνων της. Βαρεία δε αμέλεια διαπιστώνεται όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα εις βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 263/2021, ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1308/2020, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 54/2019, ΑΠ 1668/2013, ΕφΠειρ 127/2022, ΕφΠειρ 284/2014 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα για την βαρεία αμέλεια κατά την καταβολή τραπεζικού ιδρύματος προς τρίτο πρόσωπο, γίνεται δεκτή όταν οι υπάλληλοι της τράπεζας – βοηθοί εκπλήρωσης της τελευταίας, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν σε διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού και όταν οι ανωτέρω υπάλληλοι παραλείπουν να εξακριβώσουν την πλαστότητα της υπογραφής του εμφανιζόμενου ως δικαιούχου προς ανάληψη χρημάτων από τον λογαριασμό κατάθεσης, εφόσον η διαπίστωση αυτή είναι ευχερής και δεν προϋποθέτει εξειδίασμένη επιμέλεια (ενδεικτικά ΑΠ 72/2022, ΑΠ 1432/2019, ΑΠ 759/2014, ΑΠ 2118/2014, ΑΠ 1891/2013, ΑΠ 2229/2013, ΕφΑΘ 4506/2021 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, η οποία εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη σε εντολές μετακίνησης χρημάτων με ηλεκτρονικό μήνυμα, ΕφΔωδ 256/2020, ΕφΠειρ 284/2014, ΕφΘεσ 226/2014 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε λοιπές περιπτώσεις, εκτός της ανωτέρω περιπτωσιολογίας, για την εκτίμηση του βαθμού της αμέλειας της Τράπεζας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η έκταση των παρεπόμενων υποχρεώσεων προστασίας που αυτή έχει σε σχέση με τους αντισυμβαλλόμενους
της, καθότι από την παραβίαση αυτών των υποχρεώσεων θα κριθεί και η βαρύτητα της αδιαφορίας που η Τράπεζα επέδειξε προς ξένα συμφέροντα. Συγκεκριμένα, με αφετηρία την αρχή της καλής πίστης (ΑΚ 288 για τις ενδοσυμβατικές ενοχές) και την διαρκή σχέση μεταξύ Τράπεζας και πελάτη, η οποία διακρίνεται από την ύπαρξη εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, αλλά και από την εν μέρει υποχρεωτικότητα (καθότι για πλείστες συναλλαγές απαιτείται πλέον νομοθετικά η μεσολάβηση πιστωτικού ιδρύματος), η καλόπιστη εκπλήρωση της ενοχής εκ μέρους της Τράπεζας προϋποθέτει τη λήψη μέτρων προστατευτικών των απόλυτων έννομων αγαθών, αλλά και της περιουσίας του άλλου μέρους. Άλλωστε, στην αυτή λήψη προστατευτικών μέτρων των απολύτων έννομων αγαθών και της περιουσίας συνηγορούν τα ότι α) η τράπεζα είναι επαγγελματίας και γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, β) από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές ακόμη και η οικονομική κατάσταση του πελάτη της, γ) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούγ σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία και δ) η τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τον πελάτη της (ΕφΚρητ 2/2022, ΕφΑΘ 266/2022, ΕφΘεσ 1491/2022, ΕφΚρητ 10/2021, ΜΠΠειρ 221/2022 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η θέση της τράπεζας είναι κατά πολύ πλεονεκτικότερη από αυτή των πελατών της. Έτσι, την Τράπεζα βαρύνει μία γενική υποχρέωση διαφύλαξης των συμφερόντων των πελατών της, που εξειδικεύεται, ιδίως, σε υποχρέωση διαφύλαξης του τραπεζικού απορρήτου, υποχρέωση επιμελούς ακρόασης και εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, υποχρέωση διαφώτισης, συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του πελάτη ενόψει συγκεκριμένων κινδύνων, υποχρέωση παροχής πληροφοριών, καθώς και σε υποχρέωση διαφύλαξης της καταθέσεως από κακόβουλες ενέργειες τρίτων, ώστε να προστατεύεται η πίστη του πελάτη της Τράπεζας ότι αυτή θα πράξει ό,τι είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση και προστασία των οικονομικών του συμφερόντων και την προστασία των περαιτέρω στοιχείων της προσωπικότητάς του (ΕφΑΘ 4506/2021 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ με περαιτέρω παραπομπές, ΜΠρΑΘ 6062/2021 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ με περαιτέρω παραπομπές). Εξάλλου, με τον ν. 4537/2018, ο οποίος ενσωμάτωσε την οδηγία ΕΕ 2015/2366 και αντικατέστησε προηγούμενα
νανομοθετήματα ενωσιακής προέλευσης (κυρίως τον ν. 3862/2010, ο οποίος είχε με την σειρά του ενσωματώσει την οδηγία ΕΕ 2007/64 και έτερα ελληνικά νομοθετήματα ενωσιακης προέλευσης π.χ. την ΚΥΑ Ζ1 -178/2001 για την προστασία του πελάτη της Τράπεζας από την χρήση πιστωτικής κάρτας από μη δικαιούχο), προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για την διενέργεια πληρωμών από μη δικαιούχο. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι «Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που έχει δικαίωμα χρήσης του μέσου πληρωμών έχει τις εξής υποχρεώσεις: α) χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του, οι οποίοι πρέπει να είναι αντικειμενικοί, χωρίς διακρίσεις και αναλογικοί, β) ειδοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που ο τελευταίος ορίζει, μόλις αντιληφθεί απώλεια, κλοπή, υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών, ή μη εγκεκριμένη χρήση του» (άρθρο 69 § 1), «Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει το μέσο πληρωμών έχει τις εξής υποχρεώσεις: α) διασφαλίζει ότι τα εξατομικε υμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας δεν είναι προσβάσιμα σε τρίτους παρά μόνο στο νόμιμο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών του μέσου πληρωμών, τηρούμενων των υποχρεώσεων του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 69, β) δεν αποστέλλει μέσο πληρωμών χωρίς προηγούμενο σχετικό αίτημα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η εν λόγω αποστολή αφορά αντικατάσταση υφιστάμενου μέσου πληρωμών, γ) διασφαλίζει ότι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών έχει στη διάθεση του, σε διαρκή βάση, τα κατάλληλα μέσα που του επιτρέπουν να προβαίνει σε γνωστοποίηση σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69 ή σε υποβολή αιτήματος για την άρση της αναστολής της δυνατότητας χρήσης του μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 68. Ύστερα από αίτημα, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει, για δεκαοκτώ (18) μήνες από τη γνωστοποίηση στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τα μέσα για να αποδείξει ότι πράγματι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών προέβη στην εν λόγω γνωστοποίηση, δ) παρέχει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τη δυνατότητα να προβεί σε γνωστοποίηση χωρίς επιβάρυνση και μπορεί να επιβάλλει χρέωση μόνο για το κόστος αντικατάστασης του μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69, ε) αποτρέπει κάθε χρήση του μέσου πληρωμών από το χρονικό σημείο της γνωστοποίησην σύαώωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69.
- – 1* τ·’
Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αναλαμβάνει τον κίνδυνο της αποστολής στο
^ Χρήστη υπηρεσιών πληρωμών του μέσου πληρωμών ή κάθε σχετικού εξατομικευμενού διαπιστευτηρίου ασφαλείας» (άρθρο 70), «1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 73, ο πληρωτής ευθύνεται μέχρι του ανώτατου ποσού των πενήντα (50) ευρώ για τις ζημίες από τη διενέργεια μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, οι οποίες προκύπτουν είτε από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών είτε από υπεξαίρεσή του. Η εν λόγω υποχρέωση δεν ισχύει, εφόσον: α) η απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών δεν ήταν δυνατό να εντοπιστεί από τον πληρωτή πριν από τη διενέργεια πράξης πληρωμής, εκτός αν ο πληρωτής είχε ενεργήσει με δόλο ή β) η ζημία είχε προκληθεί από πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλου, αντιπροσώπου ή υποκαταστήματος ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή οντότητας στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είχε αναθέσει τις δραστηριότητές του. Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με κάθε μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται είτε σε δόλο είτε στη μη τήρηση μιας ή περισσοτέρων από τις υποχρεώσεις που έχει, σύμφωνα με το άρθρο 69, από πρόθεση ή βαριά αμέλεια. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν ισχύει το ανώτατο ποσό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. 2. Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν απαιτεί ισχυρή ταυτοποίηση τον πελάτη, ο πληρωτής ευθύνεται για τυχόν οικονομικές συνέπειες, μόνο αν έχει ενεργήσει με δόλο. Αν ο δικαιούχος ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου αδυνατεί να δεχτεί ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη, οφείλει να αποζημιώσει τον πληρωτή για την οικονομική ζημία που έχει υποστεί. 3. Από το χρονικό σημείο ειδοποίησης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69, ο πληρωτής δεν επωμίζεται οποιαδήποτε οικονομική συνέπεια που απορρέει από τη χρήση απολεσθέντος, κλαπέντος ή υπεξαιρεθέντος μέσου πληρωμών, εκτός αν έχει ενεργήσει με δόλο. Αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέχει στον πληρωτή τα κατάλληλα μέσα που του επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή να προβεί σε ειδοποίηση αναφορικά με την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση τον μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 70, ο πληρωτής δεν ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήση του εν λόγω μέσου πληρωμών, εκτός αν έχει ενεργήσει με δόλο» (άρθρο 74). Οι ανωτέρω διατάξεις
αποτελούν εν πολλοίς επέκταση των όσων ίσχυαν στην χρήση πιστωτικής κάρτας από μη δικαιούχο πρόσωπο, για την οποία προβλεπόταν ευθύνη του πραγματικού δικαιούχου σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής της κάρτας από ελαφρά αμέλεια έως του ποσού των 150 ευρώ (έτσι ΠΠρΑΘ 621/2014, ΜΠρΑθ 2893/2018, ΜΠρΑθ 535/2009 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ώστε πλέον να ρυθμιστεί η απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών (έτσι και η αιτιολογίκή έκθεση της οδηγίας ΕΕ 2015/2366, σημείο 71, όπου διευκρινίζεται ότι «ουδεμία ευθύνη του πληρωτή υφίσταται όταν ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών). Ως εκ τούτου, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, σε περίπτωση μεταφοράς κεφαλαίου από μη δικαιούχο πρόσωπο λόγω απώλειας (στην έννοια αυτή εντάσσεται η απάτη), κλοπής ή υπεξαίρεσης του μέσου πληρωμών, ο πελάτης της Τράπεζας (πληρωτής) δεν δύναται να δίεκδικήσει από την Τράπεζα το επίδικο χρηματικό ποσό μόνο στην περίπτωση που έχει ενεργήσει με δόλο ως προς την μεταφορά αυτή (ήτοι υφίσταται συμπαιγνία μεταξύ του πληρωτή και του φερόμενου τρίτου) και στην περίπτωση που δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του άρθρου 69 με δόλο ή η υπεξαίρεση χρημάτων έχει γίνει εν αγνοία του (π.χ. υποκλοπή του λογαριασμού, ή υποκλοπή και χρέωση της πιστωτικής κάρτας εν αγνοία του). Η τράπεζα ή ο πάροχος της κάρτας πρέπει να καλύψουν όλο το κόστος. Ο κανόνας αυτός ισχύει και στην περίπτωση που η ζημία προκλήθηκε από τραπεζικό υπάλληλο». Ως προς την έννοια της βαριάς αμέλειας, ήδη η οδηγία ΕΕ 2015/2366 διευκρινίζει στην αιτιολογίκή της πρόταση ότι η ελαφρά αμέλεια είναι η «κανονική» αμέλεια και ότι απαιτούνται ειδικές περιστάσεις για να διαγνωσθεί η ύπαρξη βαριάς αμέλειας, όπως η φύλαξη των διαπιστευτηρίων για την έγκριση της πράξης πληρωμής δίπλα στο μέσο πληρωμής. Συγκεκριμένα, η αιτιολογίκή έκθεση διαλαμβάνει τα ακόλουθα (σημείο 72): «Για να εκτιμηθεί αν υπάρχει αμέλεια ή βαριά αμέλεια του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις. Τα αποδεικτικά στοιχεία και ο βαθμός της καταγγελλόμενης αμέλειας θα πρέπει να αξιολογούνται βάσει του εθνικού δικαίου. Ωστόσο, ενώ η έννοια της αμέλειας συνεπάγεται παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, με τον όρο βαριά αμέλεια θα πρέπει να νοείται κάτι βαρύτερο από την απλή αμέλεια, που θα αφορά μορφές συμπεριφοράς που παρουσιάζουν σημαντικό βαθμό έλλειψης επιμέλειας. Αντιθέτως, στην περίπτωση που έχουν μεν
8
παραβιαστεί υπαιτίως οι υποχρεώσεις του άρθρου 69/ πλην όμως με ελαφρά αμέλεια, τότε ο πελάτης της Τράπεζας ευθύνεται μόνο έως του ποσού των πενήντα {50} ευρώ. Τέλος, εάν δεν έχουν παραβιαστεί υπαιτίως οι ανωτέρω υποχρεώσεις (διευκρινίζεται εκ του νόμου ότι η αδυναμία γνώσης της απώλειας, κλοπής ή υπεξαίρεσης πριν την διενέργεια πράξης πληρωμής κατά κανόνα οδηγεί στην μη υπαίτια παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης), ο πελάτης της Τράπεζας δικαιούται το πλήρες κεφάλαιο που μεταφέρθηκε. Τα ανωτέρω συμβαδίζουν και με τα όσα έχουν αναρτηθεί στον ιστότοπο της ΕΕ με τίτλο “Απάτες που αφορούν κάρτες και πληρώμες”, ο ευρωπαίος πολίτης πληροφορείται ότι “Οι κανόνες της ΕΕ περιορίζουν το ποσό που μπορεί να σας ζητηθεί να πληρώσετε αν πέσετε θύμα απάτης σχετικά με κάρτες ή πληρωμές – σε περίπτωση που η κάρτα σας ή ο λογαριασμός σας χρεωθούν χωρίς την άδειά σας. Σε όλες τις περιπτώσεις, το μόνο που μπορεί να σας ζητηθεί είναι να πληρώσετε το πολύ 50 ευρώ έναντι του κόστους της δόλιας πληρωμής. Οι συμβατικοί όροι και οι όροι παροχής και χρήσης ηλεκτρονικού μέσου πληρωμών που θα συνεπάγονταν αύξηση του βάρους της απόδειξης έναντι του καταναλωτή ή μείωση του βάρους της απόδειξης έναντι του εκδότη, θα πρέπει να θεωρούνται άκυροι. Εξάλλου, σε ειδικές περιπτώσεις και ιδίως στις περιπτώσεις όπου το μέσο πληρωμής δεν είναι παρόν στο σημείο πώλησης, όπως στην περίπτωση των ηλεκτρονικών πληρωμών, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να παρέχει αποδείξεις της καταγγελλόμενης αμέλειας, δεδομένου ότι τα μέσα που διαθέτει ο πληρωτής είναι πολύ περιορισμένα σε αυτές τις περιπτώσεις”. Περαιτέρω, για την ειδικότερη διευκρίνιση της βαριάς αμέλειας σε περίπτωση απάτης, κρίσιμο είναι εάν εφαρμόζεται σύστημα ισχυρής ταυτοποίησης {άρθρο 96 ν. 4537/2018). Δεδομένου ότι στην ισχυρή ταυτοποίηση απαιτείται πάντοτε διαδικασία δύο σταδίων, βαρεία αμέλεια θα νοείται, κατά κανόνα, μόνο στην περίπτωση που ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες της απάτης τα απαιτούμενα μέσα και των δύο σταδίων (π.χ. όνομα χρήστη και κωδικό αφενός, για μεταφορά κεφαλαίου αφετέρου). Αν ανηθέτως, ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες πληροφορίες μόνο για το ένα από τα δύο στάδια (π.χ. μόνο όνομα χρήστη και κωδικό), τότε η αμέλεια που τον βαρύνει θα πρέπει να κρίνεται κατά κανόνα ελαφρά, καθότι ο πληρωτής δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ότι το έτερο μέρος θα
αποκτήσει πρόσβαση, με δικά του μέσα, και στο έτερο στάδιο (π.χ. γνώση κωδικού), ώστε να πετύχει την μεταφορά κεφαλαίων. Στην ανωτέρω περίπτωση, λόγω κρίσιμης ομοιότητας, θα πρέπει να υπαχθεί και η περίπτωση στην οποία ο εξαπατηθείς πληρωτής παρέχει εξ ιδίων πληροφορίες τόσο όσον αφορά το όνομα χρήστη και τον κωδικό εισόδου, όσο και κάποιον κωδικό ΟΤΡ, ο οποίος όμως δεν αφορά την μετακίνηση κεφαλαίου τούτο, διότι δικαίως εμπιστεύεται ο πληρωτής ότι τα όσα έχει γνωστοποιήσει σε τρίτο μέρος δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μετακίνηση κεφαλαίου. Αλλωστε, η διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 και 2 Ν. 4537/2018, σύμφωνα με την οποία μια πράξη πληρωμής θεωρείται εγκεκριμένη, μόνο εφόσον ο πληρωτής έχει δώσει την συγκατάθεσή του στην εκτέλεσή της, τέθηκε για να προστατεύσει τον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμής από την εκτέλεση πληρωμών που δεν ανταποκρίνονται στη βούλησή του και όχι για να αποτρέφει τη γένεση αξιώσεων σε βάρος του παρόχου των υπηρεσιών σε κάθε περίπτωση διενέργειας συναλλαγών με φερόμενη συναίνεση του χρήστη με τον τρόπο που συμφωνήθηκε, ακόμα κι αν αυτή δόθηκε με αθέμιτη παρέμβαση τρίτου προσώπου που ο χρήστης αγνοούσε και ουδέποτε ενέκρινε. Η ανωτέρω βούληση του νομοθέτη συνάγεται σαφώς και από τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 εδ. α’ Ν. 4537/2018 (ΜΠρΧίου 245/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘες2297/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 5379/2025, αδημοσίευτη). Ειδικότερα, από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι για να κριθείτο «εγκεκριμένο» μιας πράξης πληρωμής θα αναζητηθεί αν η συναλλαγή έχει γίνει από τον ίδιο τον πληρωτή ή από τρίτο πρόσωπο του κύκλου επιρροής του, στο οποίο έχει παραχωρήσει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τους κωδικούς του και τη συσκευή του, και δεν είναι αρκετή η εικαζόμενη «έγκριση», ήτοι εκείνη που τεκμαίρεται από την τήρηση όλης της σειράς των διαδικασιών ταυτοποίησης, που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμής και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, η οποία (τήρηση της διαδικασίας), όπως αναφέρεται στη διάταξη, δεν αποτελεί αναγκαστικά, από μόνη της επαρκή απόδειξη ότι ο πληρωτής είχε πράγματι εγκρίνει την πράξη πληρωμής. Ούτε επίσης, αποδεικνύει ότι ο πληρωτής έχει ενεργήσει με δόλο ή δεν έχει εκπληρώσει από βαριά αμέλεια ή από πρόθεση μία ή περισσότερες υποχρεώσεις του άρθρου 69 του ως άνω νόμου. Διαφορετικά, αν ήθελε γίνει δεκτή η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή πράξη πληρωμής θεωρείται «εγκεκριμένη», εφόσον έγινε η
ταυτοποίηση του πληρωτή με τη χρήση όλων των κωδικών, τότε δε θα είχε λόγο η παρ. 2 του άρθρου 72 του ως άνω νόμου, η οποία υφίσταται ακριβώς για να καταδείξει την σημασία της πραγματικής έγκρισης της συναλλαγής και όχι την τεκμαιρόμενη με βάση το συμφωνηθέν μέσο πληρωμών (ΜΠρΑθ 5379/2025, αδημοσίευτη). Στην ηλεκτρονική τραπεζική δεν υπάρχει εγκεκριμένη πράξη, όταν τρίτος υφαρπάζει τις προσωπικές πληροφορίες ή τα στοιχεία πρόσβασης του χρήστη-δικαιούχου του λογαριασμού. Στις περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται οι αρχές της πληρεξουσιότητας δυνάμει φαινομένου δικαίου, διότι ναι μεν υφίσταται πραγματικό εμπιστοσύνης, όμως αυτό δεν μπορεί να καταλογισθεί στον χρήστη, ώστε να δεσμευθεί αυτός από την εντολή πληρωμής που προέρχεται από τρίτο. Συνεπώς, οι διατάξεις του νόμου αυτού είναι, όπως ήδη σημειώθηκε, ειδικότερες σε σχέση με άλλα νομοθετήματα, και θα πρέπει να προηγούνται στην εφαρμογή τους, ιδίως σε σχέση με τις διατάξεις του ν. δ/τος της 17.7/13.8.1923 (βλ. ανωτέρω). Δεν επηρεάζουν όμως την πιθανή ευθύνη της Τράπεζας από άλλες διατάξεις (914 ΑΚ επ., ν. 2251/1994) ως προς την τυχόν οφειλόμενη ηθική βλάβη, η οποία θα οφείλεται σωρευτικά.
- Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 8 ν. 2251/1994 προκύπτει ότι υφίσταται ευθύνη του παρέχοντας υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι κάτωθι: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, 6) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια
πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας {“διπλή λειτουργία της αμέλειας”). Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένεί παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγομένου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1111/2020 , ΑΠ 1439/2019 , ΑΠ 1133/2017, ΑΠ 1134/2017, ΑΠ 1284/2017, ΕφΑΘ 3165/2021, ΕφΛαρ 76/2021, ΕφΚρητ 29/2021, ΕφΑΘ 2370/2021, ΕφΠειρ 377/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, στην ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσής του προς αποφυγή κινδύνων, αλλά με την έλλειψη ασφαλείας των υπηρεσιών που θεμιτά δικαιούται ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του, στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, ήτοι με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που όφειλε κατά το νόμο, ή τη σύμβαση, ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του, κάτω από ομαλές και προβλέψιμες συνθήκες, σε τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, που τελικά είναι το προστατεύσιμο δικαίωμα. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω όροι, ο βλαπτόμενος και ο υφιστάμενος ζημία δύνατ< ‘ κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες να αξιώσει την αποζημίωση
του (ΑΠ 1295/2019; ΑΠ 1284/201; ΕφΠεφ 377/2021; ΕφΠειρ 184/2021; ΜΠρΡοδ 11/2025, ΜΠρΘεσ5311/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 5379/2025, αδημοσίευτη).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωνή, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ο ενάγων εκθέτει ότι διατηρεί στην εναγόμενη τον μνημονευόμενο στην αγωγή τραπεζικό λογαριασμό. Ότι στις 12-09-2022, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με πρόσωπο που του συστήθηκε ως εκπρόσωπος και χρηματιστής εταιρείας επενδύσεων, συνδέθηκε στο σύστημα ηλεκτρονικής τραπεζικής της εναγόμενης, χρησιμοποιώντας τους προσωπικούς κωδικούς του και μετέφερε σε τηρούμενο στη Λιθουανία λογαριασμό τρίτου προσώπου το ποσό των 10.000,00 ευρώ, με αποτέλεσμα, κατά τον χρόνο εκείνο, ο λογαριασμός του να εμφανίζει διαθέσιμο υπόλοιπο ποσού 65.880,94 ευρώ. Ότι σας 14-09-2022, επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του υπάλληλος της εναγόμενης, προκειμένου να τον ρωτήσει εάν έχουν πραγματοποιηθεί με τη συναίνεσή του τέσσερις συναλλαγές, ενόψει του ότι με χρήση της υπηρεσίας ννίηόθηΐς, πραγματοποιήθηκαν τέσσερις συναλλαγές ποσών 19.853,00, 11.150,00, 15.400,00 και 19.000,00 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες θεωρούνται ύποπτες. Ότι τα χρήματα είχαν μεταφερθεί σε τηρούμενο στην ίδια την εναγόμενη λογαριασμό τρίτου προσώπου. Ότι άμεσα δηλώθηκε από τον ενάγοντα στον υπάλληλο της εναγόμενης οι ως άνω συναλλαγές δεν είχαν τη συγκατάθεσή του, ζητώντας την άμεση ακύρωσή τους. Ότι η εναγόμενη δεν ακύρωσε άμεσα τις συναλλαγές και καθυστέρησε υπαιτίως τις απαιτούμενες ενέργειες για την επιστροφή των χρημάτων του, αρνούμενη την οποιαδήποτε ευθύνη της και την απόδοση του ανωτέρω χρηματικού ποσού. Ότι λίγες μέρες αργότερα πιστώθηκε στον λογαριασμό του το ποσό των 30.900,00 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων αιτείται τόσο με βάση τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, περί αδικοπραξιών και περί ευθύνης του παρέχόντος υπηρεσίες, να υποχρεωθεί η εναγόμενη με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να του καταβάλει το ποσό των 34.503,00 ευρώ που αντιστοιχεί στη θετική του ζημία, με το νόμιμο τόκο από τη 14-09-2022, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, καθώς και το ποσό των 10.000,00 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, αιτείται την καταδίκη της εναγόμενης στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, η οποία κατατέθηκε στη
Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 24-11-2023 και επιδόθηκε στην εναγόμενη, για το υποστατό αυτής, εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας των 30 ημερών από την κατάθεσή της (όπως προκύπτει από την νομίμως προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα υπ’ αριθμόν 194/18-12-2023 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γεωργίου Τσακνάκη), αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος αρμοδίου, καθ’ ύλη και κατά τόπο Δικαστηρίου (9, 14, 35 ΚΠολΔ), κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία. Περαιτέρω, για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αγωγής προσκομίστηκε το από 04-03-2024 πρακτικό περάτωσης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης κατ’ άρθρο 7 παρ. 4 Ν. 4640/2019. Είναι δε ορισμένη, απορριπτομένης της περί αοριστίας ένστασης της εναγόμενης και νόμιμη, κατά το σκέλος που αφορά στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγόμενης, ερειδόμενη κατά τον αυτεπάγγελτο ορθό νομικό χαρακτηρισμό {jura novitcuria), στις διατάξεις των άρθρων 2,4,64,71,72,73 ν. 4537/2018, στις διατάξεις του ν. 2251/1994 που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και 830, 334 παρ. 1, 346, 914, 919, 922, 932 ΑΚ, 907, 908, 176, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι το παρεπόμενο αίτημα επιδίκασης τόκων από τη δήλη μέρα πληρωμής επιστροφής του ποσού μη εγκεκριμένης πληρωμής, που σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 73 παρ. 1 ν. 4537/2018 είναι το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης μέρας από την ειδοποίηση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμής από τον πληρωτή είναι νόμιμο. Πρέπει επομένως, καθ’ ο μέρος η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι καταβλήθηκε από τον ενάγοντα το αναλογούν δικαστικό ένσημο (βλ. το με κωδικό πληρωμής 66117048395409160089 και από 20-03-2024 απόδειξη πληρωμής της …………………….).
Η εναγόμενη με τις κατατεθειμένες προτάσεις της αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή ως, αβάσιμη, μη νόμιμη και αναληθή και δη τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την πρόκληση και το μέγεθος των επικαλούμενων ζημιών, καθώς και το ύφος των αιτούμενων κονδυλίων. Περαιτέρω, προτείνει την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος σε ποσοστό 99%. Ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, κατά ποσοστό 99%, είναι νομικά βάσιμος και
συνιστά ένσταση, στηριζομένη στη διάταξη του άρθρου 300 §1 εδ. α’ ΑΚ. Συνεπώς, η ως άνω ένσταση θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μη συμπεριλαμβανομένου του προσκομισθέντος ψηφιακού δίσκου στον οποίο αποτυπώνεται η συνομιλία του ενάγοντος με υπαλλήλους της εναγόμενης (cd), καθώς καίτοι θεωρείται ιδιωτικό έγγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 444 αρ. 3 ΚΠολΔ, δεν προσκομίζεται, για το παραδεκτό του, μεταφορά του στο γραπτό λόγο (πρβλ. και Εφ. Θεσσαλονίκης 1939/1998 ΕλλΔνη 1999.382, Εφ. Θεσσαλονίκης 104/1978 Δ 1979.104, κατά τις οποίες για το παραδεκτό της προσαγωγής μαγνητοταινίας ως αποδεικτικού μέσου είναι απαραίτητο να προσκομίζεται συγχρόνως και μεταφορά της σε έγγραφο λόγο, έτσι ώστε να είναι η φωνοληψία αναγνώσιμη κατ’ άρθρο 432 Κ.Πολ.Δ., βλ. όμως και I. Τέντε στην Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέως / Κονδύλη / Νίκα, I (2000), άρθρο 444, αρ. 7 επ., ιδίως αρ. 10, όπου και επιφυλάξεις, ΑΠ 228/2012, ΑΠ 813/2010, ΕφΠειρ 752/2014, ΠΠρωτΑθ 683/2018, ΠΠρωτΑθ 6806/2004, ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ, Μ. Μαργαρίτης ΕρμΚΠολΔ ί (2012), Εκδόσεις Δίκαιο & Οικονομία, Π.Ν. Σακούλας, σελ. 768 επ.), από όσα ρητώς ή εμμέσως συνομολογούνται από τους διαδίκους και τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων, ηλικίας σήμερα περίπου 69 ετών, διατηρεί στο υποκατάστημα της εναγόμενης …………………………………… τον με αριθμό IBAN …………………………………τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων. Ο ως άνω λογαριασμός στις 12-09-2022 εμφάνιζε διαθέσιμο υπόλοιπο ποοού 75.884,84 ευρώ. Δυνάμει της από 28-09-2016 σύμβασης, που προσκομίζει η εναγόμενη, ο ενάγων υπέγραψε σύμβαση χορήγησης πρόσβασης στο Σύστημα Ψηφιακών Υπηρεσιών (Ηλεκτρονικής Τραπεζικής) της εναγόμενης, στο οποίο περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων το Σύστημα «e-banking» της τελευταίας, προκειμένου ο ενάγων να έχει τη δυνατότητα να διενεργεί διαδικτυακά τις συναλλαγές του, χρησιμοποιώντας το ηλεκτρονικό σύστημα δικτύων της εναγόμενης, λαμβάνοντας προσωπικούς κωδικούς πρόσβασης και δη κωδικό
συνδρομητή (username) και μυστικό κωδικό πελάτη (password) ενώ δηλώθηκε και ο αριθμός κινητής τηλεφωνίας του ενάγοντα με στοιχεία …………………… προκειμένου να αποστέλλεται στον αριθμό αυτό ο μοναδικός αριθμός μια χρήσης (extrapin) για την περαιτέρω ταυτοποίηση του χρήστη των υπηρεσιών ηλεκτρονικής τραπεζικής. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2022, άγνωστα στον ενάγοντα πρόσωπα επικοινώνησαν μαζί του και συστήθηκαν ως εκπρόσωποι και χρηματιστές της εταιρείας με την επωνυμία «PROGRESSIVE TRADE», πείθοντάς τον να προβεί σε επένδυση ποσού 10.000 ευρώ σε κρυπτονομίσματα. Ακολούθως, στις 12-09-2022, ο ενάγων συνδέθηκε ηλεκτρονικά στην υπηρεσία «winbank» της εναγόμενης, κάνοντας χρήση των προσωπικών του κωδικών (username και password), μεταφέροντας από τον ως άνω αναφερόμενο τραπεζικό του λογαριασμό το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €) στη Λιθουανία σε τηρούμενο στην τράπεζα REVOLUT BANK UAB λογαριασμό με αριθμό , με φερόμενο δικαιούχο τον Κυριάκο Λίγδα. Μετά την ως άνω μεταφορά κεφαλαίου ποσού 10.000,00 ευρώ (πλέον 3,50 ευρώ που αφορούσε την προμήθεια της εναγόμενης για την εκτέλεση του εμβάσματος), ο λογαριασμός του ενάγοντα εμφάνιζε στις 12-09-2022 διαθέσιμο υπόλοιπο 65.881,34 ευρώ. Ακολούθως, στις 14-09-2022, και περί ώρα 13.54 μεσημβρινή, επικοινώνησε με τον ενάγοντα υπάλληλος της εναγόμενης με το επώνυμο «ΚΟΥΒΕΛΗΣ», ο οποίος, αφού επιβεβαίωσε τηλεφωνικά τα στοιχεία του ενάγοντος, τον ενημέρωσε πως έχουν πραγματοποιηθεί από τον λογαριασμό του μέσω της υπηρεσίας ηλεκτρονικής τραπεζικής της εναγόμενης τέσσερις συναλλαγές. Ειδικότερα, στις 12.45 μ.μ. μεταφέρθηκε από τον λογαριασμό του ενάγοντος το ποσό των 19.853,00 ευρώ, στις 12.59 μ.μ. το ποσό των 11.500,00 ευρώ, στις 13.18 μ.μ. το ποσό των 15.400,00 ευρώ και λίγο αργότερα στις 13.25 μ.μ. το ποσό των 19.000 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 65.403,00 ευρώ. Ο ενάγων αρνήθηκε ότι έχει πραγματοποιήσει τις συναλλαγές και σε ερώτησή του προς τον συνομιλητή του για το που μεταφέρθηκαν τα χρήματα, ο υπάλληλος της τράπεζας τον ενημέρωσε ότι τα ποσά μεταφέρθηκαν σε τηρούμενο στην ίδια την εναγόμενη λογαριασμό τρίτου προσώπου, διαβεβαιώνοντας τον ενάγοντα ότι εκ μέρους της εναγόμενης έχουν γίνει οι απαραίτητες ενέργειες. Την ως άνω επικοινωνία και το περιεχόμενό της συνομολογεί με τις προτάσεις της και η εναγόμενη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι όλα τα ποσά μεταφέρθηκαν σε τηρούμενο στην εναγόμενη λογαριασμό με στοιχεία
Ειδικότερα, όπως και η ίδια η εναγόμενη ομολογεί με την από 30-11-2022 επιστολή της προς τον ενάγοντα, οι δύο πρώτες συναλλαγές που αφορούσαν τα ποσά των 19.853,00 ευρώ και 11.500,00 ευρώ αντίστοιχα, πραγματοποιήθηκαν μέσω ισχυρής ταυτοποίησης με αποστολή οκταφήφιου κωδικού «βχίΓθρΐπ» ενώ με τη δεύτερη συναλλαγή ο παραλήπτης των μεταφορών ορίστηκε ως έμπιστος δικαιούχος, με αποτέλεσμα η τρίτη μεταφορά ποσού 15.400,00 ευρώ και αντίστοιχα, η τέταρτη ποσού 19.000,00 ευρώ να πραγματοποιηθούν χωρίς να απαιτηθεί η έγκριση των συναλλαγών, η λήφη και καταχώρηση του μοναδικού οκταφήφιου κωδικού «βχτΓβρίη». Ωστόσο, ο ενάγων δεν είχε δώσει εντολή για την εκτέλεση των ως άνω συναλλαγών, ούτε καταχώρησε ο ίδιος τους πρόσθετους κωδικούς περιορισμένης χρήσης που εστάλησαν κατά τις δύο πρώτες συναλλαγές στο κινητό του τηλέφωνο. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας, ο ενάγων επικοινώνησε με το τηλεφωνικό κέντρο της εναγόμενης και συνομίλησε με την υπάλληλό της με τα ονοματεπωνυμικά στοιχεία «Κατερίνα Καρακατσάνη», η οποία ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι προκειμένου να δεσμευθούν τα χρήματα έπρεπε να υπάρξει επικοινωνία με το αρμόδιο τμήμα της εναγόμενης. Την ίδια ημέρα, περί τις 22.30, ο ενάγων μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα Καμένων Βούρλων, όπου δήλωσε την σε βάρος του τελεσθείσα απάτη, εξαιτίας της οποίας απώλεσε ίο χρηματικό ποσό των 65.403,00 ευρώ. Περαιτέρω, στη δήλωσή του στο ανωτέρω Αστυνομικό Τμήμα, ο ενάγων δήλωσε ότι είχε εγκαταστήσει στον σταθερό ηλεκτρονικό υπολογιστή που χρησιμοποιούσε, το πρόγραμμα απομακρυσμένου έλεγχου «ΑΝΥΟΕδΚ», το οποίο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας συνηθίζεται να εγκαθίσταται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές προκειμένου να παρέχεται δυνατότητα απομακρυσμένης τεχνικής υποστήριξης στον χρήστη του υπολογιστή. Περαιτέρω, στις 15-09-2022 ο ενάγων μετέβη στο υποκατάστημα της εναγόμενης στα Καμένα Βούρλα Φθιώτιδας και υπέβαλε έγγραφο αίτημα διερεύνησης των ένδικων ηλεκτρονικών συναλλαγών. Στις 29-09-2022 πιστώθηκε στον λογαριασμό του ενάγοντος το ποσό των 30.900,00 ευρώ. Στις 28-11-2022 ο ενάγων υπέβαλε εκ νέου αίτημα στην εναγόμενη ζητώντας μεταξύ άλλων τη διερεύνηση των συναλλαγών της 14ης Σεπτεμβρίου 2022 ενώ με την από 30-11-2022 επιστολή της προς τον ενάγοντα, η εναγόμενη απάντησε ότι οι συναλλαγές διενεργήθηκαν κατόπιν ισχυρήςταυτοποίησης. Ακολούθως, ο ενάγων απέστειλε στην εναγόμενη την από 04-01- 2023 εξώδική δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε σε αυτή νομίμως (δυνάμει της 2848Η//16”01-2023 έκθεσης επίδοσης του αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή Αναστασίου Τσακνάκη, με την οποία αμφισβητώντας εκ νέου τις επίδικες συναλλαγές, και διαμαρτυρόμενος για την ολιγωρία καί την παράλειψη άμεσης ακύρωσης των τεσσάρων συναλλαγών την στιγμή που τα χρήματα είχαν πιστωθεί σε τηρούμενο στην ίδια την εναγόμενη λογαριασμό τρίτου προσώπου, ζήτησε την άμεση επιστροφή του υπόλοιπου ποσού των 34.503,00 ευρώ. Σε απάντηση της ως άνω εξώδικης δήλωσης, η εναγόμενη απέστειλε στον ενάγοντα την από 22-02-2023 επιστολή της, με την οποία τον ενημέρωνε ότι αφενός δεν προκύπτει παραβίαση των συστημάτων ασφαλείας της ίδιας και αφετέρου ότι η ίδια δεν μπορεί να γνωρίζει ούτε να εγγυηθεί την επιστροφή των χρημάτων του, καθώς τυχόν επιστροφή μπορεί να γίνει μόνο από την τράπεζα του παραλήπτη. Πράγματι στην επίδικη περίπτωση, άγνωστοι δράστες εν αγνοία και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος, απέκτησαν με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ενάγοντα και έλαβαν γνώση των προσωπικών του κωδικών. Ακολούθως, όρισαν τον παραλήπτη των χρημάτων ως έμπιστο δικαιούχο και ολοκλήρωσαν τις δύο τελευταίες συναλλαγές, χωρίς να απαιτηθεί για την έγκριση της συναλλαγής η λήψη και καταχώρηση κωδικού «extra pin». Το γεγονός αυτό προκύπτει αδιαμφισβήτητα από την από 30-11-2022 επιστολή της εναγόμενης προς τον ενάγοντα. Ακόμη, κρίσιμο στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η ίδια η εναγόμενη αντιλήφθηκε τη μαζική μεταφορά κεφαλαίου από τον λογαριασμό τους ενάγοντος σε τηρούμενο από τρίτο πρόσωπο στην ίδια την εναγόμενη λογαριασμό, θεώρησε τις μαζικές συναλλαγές ύποπτες και επικοινώνησε με τον ενάγοντα, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί τις επίδικες μεταφορές χρηματικών ποσών από το λογαριασμό του. Αλλωστε, ο ενάγων μέχρι τις 14-09-2022 δεν είχε διενεργήσει τέτοιες μαζικές τραπεζικές συναλλαγές, ασυνήθιστα μάλιστα μεγάλου χρηματικού ύψους, ώστε σε ελάχιστο χρόνο να απωλεσθεί το σύνολο των χρηματικών του καταθέσεων. Το γεγονός αυτό έπρεπε να κινητοποιήσει την εναγομένη, εντοπίζοντας τις συναλλαγές ως ύποπτες πριν τη διενέργειά τους και να τις εμποδίσει ή να προχωρήσει, πριν την εκτέλεσή τους, σε ισχυρότερη ταυτοποίηση με τηλεφωνική επιβεβαίωση των αιτούμενων μαζικών
|
συναλλαγών από τον ίδιο τον ενάγοντα, σημειουμένου ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η εκμετάλλευση κενών ασφαλείας δεν εμφανίζεται ως απίθανη περίπτωση, αλλά ως σοβαρό ενδεχόμενο. Σε κάθε περίπτωση, η εναγόμενη όφειλε να ελέγξει το ύφος, τον τύπο των συναλλαγών και αν αυτές συνάδουν με το καταναλωτικό προφίλ του ενάγοντος. Ακόμη, τα τραπεζικά ιδρύματα οφείλουν να ελέγχουν το εάν υπάρχει οικονομικός ή νόμιμος σκοπός ή υποκείμενη αιτία μεταξύ του πελάτης τους και του δικαιούχου του λογαριασμού στον οποίο πρόκειται να μεταφερθούν τα χρήματα ή όχι. Έτσι, εάν η τράπεζα δεν μπορεί να εντοπίσει οικονομικό ή νόμιμο σκοπό ή υποκείμενη αιτία και η εν λόγω συναλλαγή δεν είναι συνηθισμένη, τότε πρέπει να τη θεωρήσει ύποπτη και να απέχει από την εκτέλεσή της και το ειδικό τμήμα της τράπεζας να επικοινωνήσει άμεσα με τον πελάτη της. Ενόφει όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε η γνησιότητα της πράξης πληρωμής (επί μέρους μεταφορών χρημάτων), καθώς ο ενάγων δεν είχε δώσει τη συγκατάθεσή του για τις επιμέρους μεταφορές ενώ οι άγνωστοι σε αυτόν δράστες υφάρπαξαν εν αγνοία του τα στοιχεία πρόσβασης στο σύστημα ηλεκτρονικής τραπεζικής της εναγόμενης. Το γεγονός ότι το ηλεκτρονικό σύστημα της εναγόμενης αναγνώρισε τον ενάγοντα ως πληρωτή δεν καθιστά εκ των ουκ άνευ «εγκεκριμένη» την πράξη πληρωμής, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 3 Ν. 4537/2018, καθώς πρέπει να αναζητηθεί αν η συναλλαγή είχε πραγματοποιηθεί από τον ίδιο τον πληρωτή ή από τρίτο πρόσωπο του κύκλου επιρροής του και δεν αρκεί η εικαζόμενη «έγκριση», ήτοι εκείνη που τεκμαίρεται από την τήρηση όλης της σειράς των διαδικασιών ταυτοποίησης, που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμής και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμής, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Εν προκειμένω, οι επίδικες τέσσερις ηλεκτρονικές συναλλαγές εκτελέστηκαν κατόπιν ισχυρής ταυτοποίησης του ενάγοντος και δη με την εν μέρει χρήση των συμφωνηθέντων μέσων ταυτοποίησης (καταχώρηση προσωπικών κωδικών αναγνώρισης και πρόσθετων κωδικών ασφαλείας), ωστόσο, η συναίνεση αυτή δόθηκε κατόπιν αθέμιτης παρέμβασης τρίτου προσώπου που ο εναγών αγνοούσε. Κατόπιν τούτων, οι επίμαχες μεταφορές χρημάτων, ελλείψει αποδεικνυόμενης συγκατάθεσης του ενάγοντος για την εκτέλεσή τους, θεωρούνται μη εγκριθείσες από τον τελευταίο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 64 Ν. 4537/2015. Συνακόλουθα, η εναγόμενη
ενέχεται σε επιστροφή των ποσών των μη εγκεκριμένων συναλλαγών, ήτοι του συνολικού ποσού των 65.403,00 ευρώ, Ενόψειτου ότι στις 29-09-2022 επιστράφηκε στον ενάγοντα το ποσό των 30.900,00 ευρώ, η εναγόμενη ενέχεται σε επιστροφή του υπολοίπου ποσού των (65.403,00-30.900,00=) 34.503,00 ευρώ, ποσό που ήταν ακόμη διαθέσιμο στον τηρούμενο στην ίδια την εναγόμενη λογαριασμό που τηρούσε ο τρίτος στον οποίο πιστώθηκαν τα χρήματα. Ωστόσο, η άρνηση της εναγόμενης να επιστρέφει το ως άνω ποσό είναι παράνομη, καθώς ο ενάγων φέρει εν μέρει ελαφρά αμέλεια και είναι εν μέρει ανυπαίτιος ως προς τις περιουσιακές μετακινήσεις που έλαβαν χώρα, ενόψει του ότι μέσω της επικοινωνίας που είχε με άγνωστα σε αυτόν πρόσωπα στις 12-09-2022, τρίτο πρόσωπο υφάρπαξε τους προσωπικούς του κωδικούς καί απέκτησε πρόσβαση στο σύστημα ηλεκτρονικής τραπεζικής της εναγόμενης και είναι ανυπαίτιος ως προς τις περιουσιακές μετακινήσεις που έλαβαν χώρα, καθώς ποτέ ο ίδιος δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του για τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών. Συνεπώς, σύμφωνα με την μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δικαιούται να λάβει το αντίστοιχο χρηματικό ποσό των (34.503,00-50,00=34.453,00 €) τριάντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα τριών ευρώ, που αποτελεί το ποσό της θετικής του ζημίας που η εναγόμενη αρνείται να του αποδώσει, μειωμένο κατά το ποσό των 50,00 ευρώ που αντιστοιχεί στην ευθύνη του για την επιδειχθείσα εκ μέρους του ελαφρά αμέλεια, γενομένης κατά το ποσό αυτό δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης, της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος που υπέβαλε η εναγόμενη κατά το άρθρο 300ΑΚ. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί απαλλαγής της από την ευθύνη βάσει των γενικών όρων διενέργειας συναλλαγών, σύμφωνα με τους οποίους δεν ευθύνεται για την αποκατάσταση τυχόν ζημίας του ενάγοντος σε περίπτωση παράνομης χρήσης των προσωπικών κωδικών πρόσβασης στην υπηρεσία ηλεκτρονικής τραπεζικής, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθότι οι απαλλακτικές ρήτρες που περιέχονται στους ανωτέρω όρους έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις εφαρμοζόμενες στην ένδικη περίπτωση διατάξεις του Ν. 4537/2018, που εισάγουν με το άρθρο 103 του νόμου αυτού αναγκαστικό δίκαιο και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζονται.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή πρέπει να νίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα
το ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα τριών ευρώ (34.453,00 €), με το νόμιμο τόκο, από την επόμενη της πρώτης εργάσιμης ημέρας μετά την ειδοποίηση της εναγόμενης από τον ενάγοντα, που σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1 Ν. 4537/2018, ορίζεται ως η ημερομηνία που η εναγόμενη τράπεζα όφειλε να επιστρέφει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό, ήτοι από 15-09-2022 και μέχρις εξοφλήσεως. Περαιτέρω, η συμπεριφορά της εναγόμενης πληροί το πραγματικό της ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες, καθότι η εναγόμενη υπαιτίως (η υπαιτιότητα τεκμαίρεται, χωρίς να κατορθώνει η εναγόμενη να αποδείξει το αντίθετο) παραβίασε την υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας που όφειλε κατά το νόμο, προξενώντας στενοχώρια στον ενάγοντα, ο οποίος απώλεσε ξαφνικά το σύνολο των αποταμιεύσεών του. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση στον ενάγοντα για την ηθική του βλάβη. Το δε ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500,00 €), οφειλόμενο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της ένδικης αγωγής, ήτοι από 19- 12-2023 και μέχρις εξοφλήσεως (βλ. υπ’ αριθμ. 194/18-12-2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Γεωργίου Τσακνάκη), κρίνεται εύλογο ενόψει της κοινωνικής τους και οικονομικής τους κατάστασης, συνεκτιμωμένου και του βαθμού πταίσματος. Όσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν περί τούτου εξαιρετικοί λόγοι που δικαιολογούν την προσωρινή εκτελεστότητα, τους οποίους άλλωστε δεν επικαλείται ο ενάγων, ή ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατό να επιφέρει σημαντική ζημία στον τελευταίο και συνεπώς, το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, θα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την, από 24-11-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1836/ΤΜ/251/24-11-2023, αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα τριών ευρώ (34.953,00 €), και ειδικότερα το ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα τριών ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 15-09-2022, για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και το ποσό των πεντακοσίων ευρώ, για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, από 19-12-2023 και μέχρις εξοφλήσεως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακόσιων δέκα ευρώ (810,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Λαμία στις Νοεμβρίου 2025 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, με την παρουσία της
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ